προσοχή όλα τα κείμενα αυτού του μπλογκ, ειδικά όσα είναι γραμμένα στην γλώσσα Ελληνική, είναι ακραία ανορθόγραφα, οπότε προχωράτε προσεκτικά ή προσπεράστε ελεύθερα.

υπνο #52456

σήμερα έβλεπα πάλι την γιαγιά μου. στην ονειροχώρα την σημερινή η γιαγιά μου έμενε στην ρωσία και ήθελε βοήθεια. λέγαμε μήπως μπορεί να κανονιστεί να της πηγαίνει ο πατέρας μου κάποια προϊόντα από σουπερμάρκετ δύο φορές τον μήνα. αλλά ήταν και σαν να έμενε σε μια ξένη πόλη.
πηγαίναμε κάπου με λεωφορείο. κατεβαίναμε πριν φτάσουμε στην στάση μας για να μην την χάσουμε σίγουρα. περπατούσαμε και την κρατούσα από το χέρι.


καθώς προχωράει η μέρα θυμάμαι και άλλα πράγματα από το όνειρό μου - ή άλλο ένα όνειρο που είδα, αν θα μπορούσαν να διαχωριζόντουσαν αυτά. ένα από τα όνειρα που ξαναέρχονται. ήμουν στρατό και θυμόμουν πως έκανα μια συμπληρωματική θητεία και την επόμενη μέρα θυμήθηκα πως ήταν η ημέρα της απόλυσής μου. θυμόμουν μάλλον με χαρά και επίσης μια αίσθηση ξαφνικού κενού - ότι την επόμενη μέρα δεν θα χρειαζόταν να βρίσκομαι εκεί και εκεί - αισθάνθηκα μια ελευθερία - μάλλον η αίσθηση της χαράς ήταν πιο μεγάλη. σε άλλες εκδοχές αυτού του ονείρου, παλιότερα, π.χ. δεν έβρισκα την φόρμα παραλλαγής μου και γέμιζα ντροπή και απελπησία, σε άλλη παραλλαγή έπιανα κουβέντα με τον διοικητή της μονάδας μου και του πηγαινόφερνα χαρτιά.

ίσως να μην έχει και πολύ νόημα αυτή η εξιστόρηση. τις λεπτομέρειες του ονείρου δεν τις θυμάμαι, και ένα γενικό περίγραμμα μάλλον δεν προσφέρει και πάρα πολλά. κατά βάθος ίσως να προσπαθώ απλώς να συμπληρώσω ένα κενό και να θάψω κάτι άλλα που γράφω εδωπέρα. ή περίτεχνα προσπαθώ να φυτρώσω σκέψεις εκεί που είμαι ένα έρημο τοπίο, να κάνω ποιητικό κάτι που από μόνο του δεν υπάρχει. να φτιάξω στίχους που ο ρόλος τους να μην είναι τίποτα παρά λεκτική υπόκρουση σε μια μελωδία. αδύνατο να στηρίξεις μια μελωδία με λέξεις - οι λέξεις κλέβουν πάντα την παράσταση. και σαν να υπήρχε νόημα σε αυτά. η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει - προσπαθώ να εφαρμώσω μια αυτόματη γραφή της οποίας της λείπει το εικονοστάσιο - το νόημα και η έμπνευση, η φλόγα που δεν θέλει να σβήσει, που πάλλεται, μα ξέρεις πάντα πως είναι υπό την εξουσία σου. βλακείες. όλα προσποιητά φτιαχτά και μικροκαμωμένα. λεπτοκαμωμένα ήθελα να πω. αναρωτιέμαι τι θα δω σήμερα σε όνειρο.

αναμνη #14235

αρχείο txt από το desktop. εκκαθάριση.

θυμάμαι την δασκάλα μας στην ομάδα που μας κρατούσαν μετά το σχολείο μέχρι να μας πάρουν οι γωνείς. την θυμάμαι με αφορμή τις βόλτες που θυμήθηκα πως κάναμε σε παρακείμενη παιδική χαρά

θυμάμαι αυτές τις βόλτες γιατί μια φορά είχα πέσει με τα μούτρα από γλίτριμα σε ενα λοφίσκο, απ' αυτά που φτιάχναμε με πάγο για να κάνουμε τσουλίθρες, και είχα χτυπήσει πολύ το κάτω χείλος μου, είχε πριστεί, είχε ματώσει, - μετά από μέρες είχε μαυρίσει κιόλας - και με είχαν στείλει για να γυρίσω στο σχολείο, και όταν γύρισε η υπόλοιπη ομάδα, αρνιόμουν πεισματικά να δειξω την πληγή μου σε όσους το ζητούσαν, εκτός από ένα άτομο στο οποίο την έδειξα, και ήταν η κοπέλα που ήμουν ερωτευμένος ας πούμε.

για κάποιο λόγο νομίζω πως θυμήθηκα τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά αυτής της δασκάλας. θυμήθηκα την διάταξη της παιδικής χαράς - ήταν πλαϊ σε ένα κτήριο που ήταν σαν πτέρυγα πανεπιστημιακής σχολής - σαν μια αυλή τεράστια όπου όμως δεν πηγαινοερχόντουσαν άνθρωποι, δηλ. δεν ήταν αυλή πολυκατοικίας.

μαζεύαμε διάφορα σκουπίδια εκειπέρα, αλητεύαμε, θυμάμαι για κάποιο λόγο σπασμένες λάμπες και τσιγάρα - α, νομίζω μια φορά είχαμε βρει λεφτά σε πακέτο από τσιγάρα, και τα είχαμε παραδώσει στην δασκάλα, και μετά μετανιώναμε γι' αυτό και νομίζω ήταν μια ολόκληρη συζήτηση.

ο ήχος τ'αεροπλάνου να με πνίγει
οι γάτες και τα σκυλιά να μου φωνάζουν
απέραντες γιγάντιες αφίσες
πολιτικών που έκαναν πιλάτες

αποφλυωμένα σπίρτα να τσιρίζουν
βουνοκορφές και γκρεμισμένα σπίτια
απίστευτες και έγκυρες οι ώρες
του σταματιμού και άδοξης μελέτης

αρχείο txt άλλο. τέλη οκτ. 2020. σε ένα όνειρο μιας στιγμής φαντάστηκα, ή μάλλον, αισθάνθηκα πως είναι να με κάνουν select - όπως - για να με κάνουν copy-paste. μια λεπτή επιφάνεια, σαν μεζούρα έτοιμη να μετρήσει το δυσδιάστατό μου εγώ, να με διαπερνά απο πάνω ως κάτω διαβάζοντας ότι είμαι και ότι δεν γνωρίζω πως είμαι, τάζοντας την ύπαρξή μου όλη σε έναν αόρατο παντοδύναμο Χρήστη που με δύο κλικ θα με στείλει εκεί όπου η ύπαρξή μου θα είναι απαραίτητη

υπνο #12345

είδα πάλι την Ω. στον ύπνο μου. ήταν δίπλα μου στο δεξή μου χέρι και σαν να καθόμασταν σε έναν καναπέ. μου είπε ότι δεν μπορούσε με τίποτα να βρει χρήματα. μου έδινα πάσα στον ύπνο μου καθώς είναι ένα θέμα που πάντα έχω. τέλος πάντων οκ πέρα από όλες τις ψυχολογικές προεκτάσεις - αυτά έγιναν. εννοείται πως είπα ότι θα δώσω εγώ - δεν ξέρω τελικά αν το είπα ή δεν το είπα ή πως το είπα - θυμάμαι πως το σκεφτόμουν - αν το Χ ποσό είναι υπερβολικά πολλά, και θα πρέπει να προτείνω μισά.

η ουσία είναι - το θέμα που έχω - να βρεθώ σε μια θέση όπου πραγματικά και πρακτικά μπορώ να βοηθήσω και θέλω να βοηθήσω - δεν βρίσκομαι συχνά σε αυτή την κατάσταση.. μπροστά σε ένα άτομο που αγαπώ στην πραγματικότητα ή στον ύπνο μου δεν ξέρω. συνήθως πάντα τα κάνω θάλασσα.

μετά είδα την Ω. στο παλιό σπίτι που έμενα στην πεύκη - το θυμάμαι από την διάταξη των δωματίων. ήταν και κάποιοι φίλοι της που δεν τους πολυήξερα και είχε φέρει μερικά βινύλια και ήθελε να τα βάλει, σε αυτό το έπιπλο που δεν μεταφερόταν εύκολα γιατί ήταν μισοδιαλειμένο, που είχε και μια τηλεόραση πάνω - και κάτι έσπασε εκεί και έσπευσα να βοηθήσω να κρατήσω την τηλεόραση - γενικά δεν θυμάμαι να κατάφερε να παίξουν τα βινύλια - δεν θυμάμαι αν αισθάνθηκα ντροπή και ανυμποριά και αβολιά - όπως θα αισθανόμουν αν κάτι τέτοιο συνέβη στην πραγματικότητα.

το συμπέρασμα είναι ότι μετά απ' αυτό το όνειρο έλιωσα πάλι και κάθησα να σκεφθώ πόσο καιρό έχω να αισθανθώ αυτό το πράγμα του να είσαι σε μια σχέση που θέλεις να την θρέψεις. μετά από κάποιες ώρες κανένα ίχνος από αυτό το συναίσθημα. μια παγωμάρα και μια κυνικότητα. ή όχι.. απλά μια αίσθηση ότι δεν θέλω να κάνω τίποτα, ή δεν μπορώ να σκεφθώ να κάνω κάτι που να με γεμίσει. κανονικά πράγματα δηλαδή.


ραχοκοκαλιά των ονείρων

θυμάμαι δύο μέρη από σημερινό όνειρο.

·        ένα - ταξίδι - χώρος με αρχαία και αξιοθέατα – φωτογραφίες

·        δύο - βόλτα με λεωφορείο που με πήγαινε κάπου από ανορθόδοξη διαδρομή

στο πρώτο μέρος λοιπόν είμασταν με την S. και περπατούσαμε σε ένα μέρος που μπορεί να το έχω ξαναδεί - είναι σαν κάποιον αρχαιολογικό χώρο - με λοφίσκους και χαραδρούλες, και το εξερευνάς - και έχει και απομεινάρια από οικισμούς - ή τέλος πάντων θυμάμαι να είμασταν και σε εσωτερικό των κτηρίων.

και βγάζαμε συνεχώς φωτογραφίες, και εκείνη κι εγώ. και τα γύρω αλλά και τους εαυτούς μας. χαρακτηριστικά θυμάμαι μια ομάδα από παιδάκια που είχαν βαφτεί και παίζανε κάποιο παιχνίδι με τραγούδια, και το πήραμε και αυτό φωτογραφία.

στο τέλος λίγο πριν φύγουμε, καθίσαμε σε ένα ύψωμα για να κάνουμε ανασκόπηση, και ήθελε να δει τις φωτογραφίες της, και με κάποιο τρόπο σαν από πολαρόηντ βγήκαν όλες οι φωτογραφίες σε ένα μεγάλο ρολό. έπρεπε να το προσέχουμε και να μην ακουμπάμε τα δάχτυλά μας πάνω στις φωτογραφίες γιατί χαλούσανε - μπορούσες μόνο στις άκρες. θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι ακουμπούσε ένα μέρος του ρολού λίγο πάνω σε ένα τασάκι και εννοείται ότι υπήρχε τσιγάρο μέσα σε αυτό, το οποίο επίσης διέλυε τις φωτογραφίες, και προσπαθούσα να το σηκώσω πιο ψιλά για να μην είναι κοντά στο τασάκι - καθώς περιεργαζόμουν τις φωτογραφίες (στιγμή μυστική - να βλέπεις το εμφανισμένο φιλμ να δεις, να ξαναθυμηθείς, να ξαναζήσεις τις αποτυπωμένες στιγμές εκείνες) - έβλεπα κι εμένα μέσα στις φωτογραφίες - σε ηλίθιες πόζες, όμως και πάλι με μελετούσα, με μια κάπως εμφανή δυσαρέσκεια - εσωτερικώς όμως με ένα ενδιαφέρον.

στο δεύτερο μέρος ήμουν σε ένα λεωφορείο. μπορεί να ήταν που φεύγαμε από το παραπάνω ελαφρώς κίτρινο και σκονισμένο τοπίο. το μόνο που μπορώ να θυμηθώ τώρα είναι ότι κάποια στιγμή έστριψε όχι ακριβώς εκεί που περίμενα. ακολουθούσε περίπου την διαδρομή λεωφορείου που πάει από μελίσσια προς μαρούσι - ή θα συνέχιζε την κηφισσίας προς το κέντρο, με παράκαμψη στο μαρούσι. έκανε σε κάποια φάση εκείνο το "S" σημείο πριν φτάσει στην διασταύρωση μελισσίων. νομίζω πως κατέβηκα τότε. Ενδεχομένως να θυμάμαι αυτό το άγχος που έχω κάθε φορά να δω που και πως πηγαίνει το λεωφορείο για να μην χάσω τον προσανατολισμό μου και την στάση μου.

οφείλω να πω ότι μπορεί το τελευταίο κομμάτι να μην το είδα σε αυτό το όνειρο, αλλά να μου έρχονται αναμνήσεις από όνειρα προηγούμενων νυχτών. λες και το σύμπαν των ονείρων είναι κάτι ενιαίο και παράλληλο με την ετούτη την πραγματικότητα - και τα διάφορα όνειρα διασυνδέονται και έχουν κοινό μπακγκράου. ή ραχοκοκαλιά. 

γειά σου, καλοκαίρι

η ρωσίδα ντίβα, η αντίστοιχη mina της ρωσίας, αν και νεότερη, είχε πεί στις πρώτες φάσεις.. πρώτη δεκαετία, ας πούμε, και αυτό το τραγούδι. πάνω στις μελαγχολιές μου το πέτυχα και το εκτίμησα πολύ. είναι ένας θυσαυρός στην παλάμη μου, μια χιοναχτίδα χωρίς όνομα, χωρίς καν κανονική λέξη, κάτι μεταξύ χιονοστιβάδας, ακτίνας, και χιονονιφάδας - ναι, απ' αυτά που τα τρώμε το πρωϊ με το γάλα μας, εάν είσαι ο Σαϊνφελντ, ή έχεις παιδιά, ή έχεις άλλα παρατράγουδα των οποίων δυστυχώς δεν είμαι κοινωνός. Μα τα καταλαβαίνω, ή έτσι θέλω να πιστεύω. το Τραγούδι όμως: (μην πτοείστε, μπορείτε να το δείτε κλικάροντας πάνω στο "watch on YouTube" οπότε ο γενναίος ο σύνδεσμος θα σας πάει στην πόλη του ΓιουΤιούμπ και θα σας φανερώσε την κάτωθι μαγεία)


μια πρόχειρη μετάφραση:

πάλι τα πουλιά ετοιμάζονται σε αγγέλες
τα περιμένει ένας δρόμος μακρύς προς μέρη πέρα από την θάλασσα
έντονο, χαρούμενο, πράσινο, εις τω επανειδείν, καλοκαίρι, γειά σου.

έξω από το παράθυρο ο σεπτέμβρης κουνάει τα καλώδια της ΔΕΗ
έξω από το παράθυρο από το πρωί γκρίζα βροχή να πέφτει μοιάζοντας με έναν τοίχο
αυτό το καλοκαίρι συναντίθηκα με την λύπη
και ο έρωτας πέρασε από άλλον δρόμο

δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω νύχτες ξάστερες
και πάλι χωρίς αντάμωμα η καρδιά θυμήθηκε
όλα όσα αυτό το καλοκαίρι μου υποσχευόταν
μου υποσχευόταν, μα δεν το τήρησε

έξω από το παράθυρο ο Σεπτέμβρης κουνά τα καλώδια
έξω από το παράθυρο από το πρωί ο τοίχος από γκρίζα βροχή
αυτό το καλοκαίρι συναντίθηκα με την λύπη
και ο έρωτας πέρασε από άλλον δρόμο

ήταν κοντά η ευτυχία, ήταν παραδίπλα,
μα να το φωνάξω δεν το πρόλαβα,
κάθε μέρα ο ουρανός είναι όλο και πιο συνοφρυωμένος
κάθε μέρα είναι όλο πιο κοντά οι λευκές οι θύελλες

εκεί που μου έπεφταν στην παλάμη μου τα αστέρια
η βρεγμένη φυλλωσιά μελαγχολεί πάνω σε δέντρο
εις τω επανειδείν, καλοκαίρι, χαιρετώ σε,
αδίκως ήλπιζα σε σένα

έξω από το παράθυρο ο Σεπτέμβρης κουνάει τις γραμμές μεταφοράς
έξω από το παράθυρο η γκρίζα βροχή σαν τον τοίχο
αυτό το καλοκαίρι συνάντησα την λύπη,
και ο έρωτας πέρασε από άλλο δρόμο

... ξανά πρώτο κουπλέ.
γειά σου, καλοκαίρι, εις τω επανειδείν
(που δεν το λέμε πιά έτσι στην ελλάδα..)

(και τα καλώδια της ΔΕΗ μαμησέ τα όταν πουληθεί και αυτή η δημόσια επιχείριση δεν ξέρω πως θα τα λέμε... η ΔΕΗ το ΣΚΙΠ του ρεύματος, οξύμωρον. κάποτε είχαμε και την ΟΠΑΠ και ορίστε πως εξελίσσεται σε μια "υγιής κερδοφόρα επιχείρηση")

αλλά τέλος πάντων. εξελίσσομαι και εγώ σε έναν πικρόχολο παππού.
κάπως έτσι δεν βαίνουν συχνά τα πράγματα;