προσοχή όλα τα κείμενα αυτού του μπλογκ, ειδικά όσα είναι γραμμένα στην γλώσσα Ελληνική, είναι ακραία ανορθόγραφα, οπότε προχωράτε προσεκτικά ή προσπεράστε ελεύθερα.

μανώλης

Ο Μανώλης, Μάνος ή επίσημα Εμμανουήλ Κοντός υπήρξε πρακτικά ο πατριός μου, καθώς την περίοδο από τα τέλη του 1994 έως κάπου το 2003 ήταν άντρας της μητέρας μου, και ο άνθρωπος χάρη στον οποίο φτάσαμε στην Ελλάδα (από τα βάθη της Ασίας, συγκεκριμένα την Νότιο-δυτική Σιβηρία) και με τον οποίον ζήσαμε κάμποσα χρόνια μαζί.

Απεβίωσε ξαφνικά το βράδυ της Πέμπτης, 05/12/2019, λίγο πριν φτάσουν τα γενέθλιά του που θα ήταν στις 06/12/2019. Θα έκλεινε τα 74 χρόνια ζωής, γεννηθείς το 1945, που τον κάνει σύγχρονο με όλους τους ροκ δεινόσαυρους που ξέρω (οι Beatles και οι Pink Floyd και οι Rolling Stones ήταν απ' ότι φαίνεται όλοι γεννηθέντες την περίοδο '40-'43).

Με την μητέρα μου παντρεύτηκαν το φθινόπωρο του 1994, και με έφερε (δεν με γέννησε, ήμουν ήδη γεννημένος, κοτζάμ 13 χρονών) κι εμένα η μητέρα μου λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους, στην Αθήνα όπου για πρώτες μέρες όλα μου φαινόντουσαν κυριολεκτικά παραμυθένια. Ο Μάνος τότε ήταν 49 χρονών και η μητέρα μου 34 (μου φαίνεται απίστευτο, εγώ αυτή την στιγμή κοντεύω στα 39).


Για μένα και την μητέρα μου ήταν πάντα Μάνος στο όνομα. Του άρεσε, προφανώς στις εργένικες περιόδους του (αλλά πιθανώς να ίσχυε πάντα) να αυτοπαρουσιάζεται, σαρκάζοντας, με την φράση “Μάνος, μόνος, και μονός” και να σκάει στο γέλιο, εννοώντας ότι το λέει για πλάκα. Όταν έβλεπε παιδιά, του άρεσε πάρα πολύ να παίζει μαζί τους. Με μεγαλύτερους έπαιζε ποδόσφαιρο. Στους μικρότερους έδειχνε ένα μοναδικό κόλπο – μπορεί να ήξερε και άλλα, αλλά εγώ μόνο αυτό θυμάμαι να κάνει – όταν κάπνιζε είχε μαζί του τον αναπτήρα – έδειχνε να τον εξαφανίζει, ή να τον πετάει στον αέρα, ενώ τον κρατούσε ανάμεσα στα πόδια κάπως – και μετά τον εμφάνιζε.



Ο Μάνος είχε γεννηθεί στο Λεωνίδιο, είχε μια αδελφή την Φωτούλα και έναν αδελφό τον Τάκη. Τους είχε χάσει και τους δύο πριν από αρκετά χρόνια, και είχε μείνει μόνος. Του άρεσε πολύ το ποδόσφαιρο. Ήταν Παναθηναϊκός όσο τον ήξερα – αλλά παρακολουθούσε όλες τις ομάδες και του άρεσε το δίκαιο και η προσπάθεια. Όταν τον επισκεπτόμουν τελευταία, που πολλές φορές έπεφτε στο Σάββατο ή Κυριακή, πάντα μου είχε έτοιμο φαγητό, με έβαζε να τρώω, καθώς είχε ανοιχτή μια τηλεόραση, και ανοιχτό το ραδιόφωνο, και έβλεπε και άκουγε ανταποκρίσεις από αγώνες – μερικέ φορές βλέπαμε ματς μαζί – εγώ δεν ήμουν ποτέ του ποδοσφαίρου ή του μπάσκετ, αλλά με τον Μάνο μου άρεσε να κάθομαι και να τα βλέπω. Αν δηλαδή κάθομαι μερικές φορές και βλέπω ματς με φίλους, το οφείλω και αυτό στον Μάνο. 


Τον είχαν στείλει από μικρό στο Πολεμικό Ναυτικό, όπου πέρασε όλη την ζωή του ως ηλεκτρονικός σε υποβρύχια. Αποστρατεύτηκε νωρίς, και έκτοτε δεν ασχολήθηκε με κάτι σταθερό. Επί δικτατορίας παρακολουθούσε το ΠΑΚ, και από τότε ήταν ως μέλος (απ΄ όσο γνωρίζω) με τον Ανδρέα Παπανδρέου, μέχρι που έφυγε – έφυγε και ο Μάνος από το ΠΑΣΟΚ και εντάχθηκε στο ΔΗΚΚΙ επί Τσοβόλα, και με το μετά-Τσοβόλα ΔΗΚΚΙ στο ΣΥΡΙΖΑ. Του άρεσε η πολιτική, αν και προσωπικά κάποιες φορές τον έβρισκα πιο παθιασμένο από εμπεριστατωμένο – λόγω της δικιάς μου ιδιοσυγκρασίας ίσως. Προσπαθούσε να ήταν πάντα δίκαιος, και τα βρίσκαμε στις συζητήσεις. Μου άρεσε να ακούω την άποψή του. 


Γενικώς ήταν επιρρεπής σε ιστορίες του παρελθόντος που πάντα σκεφτόσουν ότι πιθανώς να μην έχουν συμβεί, ή να έχουν συμβεί σε κάποια άλλη εκδοχή και την έχει διασκευάσει ελαφρώς. Όταν μας ρωτούσαν στο νοσοκομείο αν είχε παιδιά δικά του, απαντήσαμε ότι δεν έχει παιδιά “που να γνωρίζουμε”. Αυτό που ισχύει είναι ότι ο Μάνος ήταν πάντα περιπετειώδης και ρομαντικός με το αντίθετο φύλο. Και αν τα ποιήματα που έλεγε και αφιέρωνε στις γυναίκες που αγαπούσε δεν ήταν δικά του, τα έλεγε οπωσδήποτε με πάθος και τα αισθανόταν. Του άρεσε πολύ να τραγουδάει σε παρέα και να ψέλνει στις εκκλησίες. Του άρεσε το “Ότσι Τσέρνιε” που το εκτελούσε η μητέρα μου στην κιθάρα και φωνή. Δεν τον είχα ρωτήσει ποτέ ποιο είναι το αγαπημένο του τραγούδι. Μου είχε δώσει κάποτε τα μερικά βινύλια που είχε, και ήταν η συνηθισμένη συλλογή που υπήρχε σε πολλά ελληνικά σπίτια που είχαν προλάβει την εποχή του βινυλίου – δημοφιλείς συλλογές του Θεοδωράκη / Χατζιδάκη, ο Αη Λαός της Σωτηρίας Μπέλλου, disco συλλογή των Temptations, το Ladies' Night των Kool And The Gang, και ένας κλασσικός live διπλός δίσκος του Neil Diamond.

Γύρω στον Σεπτέμβριο του 1994, λίγο αφότου γνωρίσει την μητέρα μου δηλαδή (η μητέρα μου είχε πάει για τουρισμό στην Ελλάδα εκείνο το καλοκαίρι, για πρώτη φορά έξω από την πρώην ΕΣΣΔ), μας επισκέφθηκε στην Ρωσία, στο Τόμσκ. Ήταν η απόδειξη του ότι αυτά που έλεγε τα εννοούσε. Όταν ήρθε στο σπίτι μαζί με την μητέρα μου και τους άνοιξα την διπλή μας πόρτα, ο Μάνος ήταν με μια Polaroid κάμερα έτοιμος να με βγάλει φωτογραφία. Προφανώς ίσως να φανταζόταν λανθασμένα ότι θα μας έκανε πολύ εντύπωση μια τέτοια κάμερα – μα και η Δύση σύσσωμη κάποια τέτοια εντύπωση θα είχε.

Όταν είχε γυρίσει η μητέρα μου εκείνο το καλοκαίρι, μου είχε δώσει μια κασσέτα που είχε στείλει ο Μάνος σε μένα. Είχε ηχογραφημένες εκπομπές από ραδιόφωνο, με τραγούδια όπως το “All That She Wants” των Ace Of Base, επιτυχίες εποχής, αναμεμειγμένες με μελή αντρική φωνή ραδιοφωνικού παραγωγού που έλεγε χαμογελαστά και ξεκούραστα πράγματα που δεν καταλάβαινα. Αδιάφορο, καθώς όλα αυτά τα ακούγαμε και στην πόλη μου από μεγάφωνα μεγάλων καταστημάτων και διαφημίσεις στην τηλεόραση που ήδη είχαν ξεφυτρώσει σαν μανιτάρια έτοιμα για κατανάλωση από διψασμένους για αστραφτερά, εξωτικά, αμερικάνικα προϊόντα ανθρώπους.


Το αστείο και γλυκό της πρώτης μας συνάντησης λοιπόν είναι ότι η Polaroid που κρατούσε αρνήθηκε να βγάλει φωτογραφία. Στην αμηχανία της στιγμής ο Μάνος πατούσε και πατούσε το κουμπί, την γυρνούσε έτσι και αλλιώς, μα φωτογραφία δεν κατάφερε να βγάλει – ούτε να με χαιρετίσει καλά καλά. Τις επόμενες μέρες δούλεψε, ίσως να την έφτιαξε κάπως, ή να την είχε πειράξει το αφιλόξενο κλίμα. Στις μέρες που ακολούθησαν δεν θυμάμαι πως περνούσαμε, εκτός από δύο πράγματα – το ένα επειδή έμεινε σε φωτογραφία – η βόλτα που έκαναν με την μητέρα μου στο ξακουστό Βοτανικό Κήπο της πόλης μου (στο οποίο τελικά ούτε ο ίδιος ακόμα δεν έχω πάει), και μια βόλτα που έκανα με τον Μάνο, ως γνωρίζων την περιοχή, μέχρι την τοπική λαϊκή αγορά. Εκείνη την βόλτα την θυμάμαι ακόμα γιατί ήμουν υπερβολικά προστατευτικός με τον Μάνο, και στην λαϊκή, εκεί που πήγε να πάρει το μπουκάλι με πορτοκαλάδα (ναι πουλούσαν 1.5λιτρα πλαστικά μπουκάλια πορτοκαλάδας στην λαϊκή, δεν είχαμε σουπερμάρκετ τότε) πριν το πληρώσει, του έπιασα εσπευσμένα το χέρι και του ζήτησα να το ακουμπήσει πίσω, γιατί πρώτα πρέπει να πληρώσει και μετά να το πάρει (αλλιώς θα μας έκαναν κακό, ίσως;) - και αυτός ή αυτή πίσω από τον πάγκο με σταμάτησε και τον άφησε να το πάρει, χαλαρά. Από τότε μάλλον προσπαθούσα να μην το παίζω αυθεντία πουθενά. Το πρώτο μάθημα που μου δίδαξε ο Μάνος αθελά του; Η αλήθεια είναι ότι αυτά που έμαθα από τον Μάνο τα έμαθα σε δύσκολες συνθήκες, και δεν ήταν αυτά που μου έλεγε με τα λόγια (και από αυτά προσπαθούσε να πει πολλά). Μου είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσω ποια είναι αυτά. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι αυτό που είμαι τώρα κατά ένα μεγάλο μέρος έχει σμιλευτεί και από τον Μάνο. Πάντα μου έλεγε – στα τελευταία χρόνια, ότι εμείς οι δύο μοιάζουμε γιατί είμαστε και οι δύο ευαίσθητοι. Με προέτρεπε πάντα να κοινωνικοποιούμαι – όχι πάντα με τον καλύτερο τρόπο γινόταν αυτή η προτροπή. Αυτά βέβαια πριν συνειδητοποιήσει ότι του πήγαινα πιο πολύ κόντρα έτσι. 


Όταν ήρθα στην Αθήνα μας πήρε από το αεροδρόμιο με το αμάξι – είχε ένα BMW κλασσικό γκρι τότε. Το αεροδρόμιο ήταν τότε στο Ελληνικό, και μέχρι να φτάσουμε στην Πεύκη, εγώ κοιτούσα έχω από το παράθυρα στις φωτεινές πινακίδες των καταστημάτων. Ήταν όλα πολύ φωτεινά και λίγο σαν ένα όνειρο. Όταν μπήκαμε στο διαμέρισμα, και ενώ ξεντυνόμουν, ο Μάνος πήγε στο ψυγείο, και από το ψυγείο μου λέει “Πιάσ' το” και μου πετάει ένα πορτοκάλι. Έκανε πολλά τέτοια που κατά την γνώμη του ήταν ότι πιο φυσικό να κάνει. Δεν ήταν πολλές φορές κατανοητά από μένα, αλλά προσπαθούσα να καταλαβαίνω. Το έπιασα μάλλον το πορτοκάλι, δεν θυμάμαι αν το έφαγα. Τότε ακόμα κάπνιζε, και με έστελνε μερικές φορές να αγοράσω τα GR lights του από το περίπτερο. Μας έδειχνε ωστόσο, σε μένα, και τα ανίψια του, ότι κάνει κακό το τσιγάρο, και θέλει να το ελαττώσει και να το κόψει – με άλλον δικό του τρόπο – έφτυνε λίγο φλέγμα στο νύχι του μεγάλου του δαχτύλου, και μας το έδειχνε που είχε χρώμα καφετί. Μάλλον δεν είχε αποτέλεσμα – καπνίζουμε όλοι. Εκείνος όμως με τον τρόπο του προσπάθησε. Για πολλά χρόνια το είχε κόψει τελειωτικά – ίσως 15 χρόνια.

Όπως συμβαίνει με κάθε άνθρωπο, είχε πολλά στοιχεία και πτυχές που με ενοχλούσαν, ιδίως όταν συγκατοικούσαμε. Δεδομένου και των συνθηκών τα πράγματα ήταν ακόμα πιο δύσκολα. Εγώ είχα πατέρα στην Ρωσία, τον οποίον τον αγαπούσα και αγαπώ, και με τον οποίον είχαμε πάντα καλή σχέση, παρ' όλο που οι γονείς μου ήταν χωρισμένοι από όταν ήμουν 5 χρονών και ο πατέρας μου είχε νέα οικογένεια. Ο Μάνος προσπαθούσε να έχει καλή σχέση με μένα, αλλά δεν είναι κάτι που μπορεί να φτιαχτεί μέσα σε μια περίοδο μερικών μηνών. Η σχέση του με την μητέρα μου πάντα έβρισκε σαν υπαρκτό και πολύ σοβαρό παράγοντα το παιδί της. Ενδεχομένως να είχαν πλάνα να κάνει δεύτερο παιδί η μητέρα μου. Για διάφορους λόγους δεν έγιναν πραγματικότητα, κάτι που νομίζω δυσκόλεψε την σχέση τους ακόμα πιο πολύ. Την σχέση του Μάνου με μας, βασικά, γιατί συχνά όταν τσακωνόμασταν, τσακωνόμασταν μαζί – και οι τρεις παρόντες, ή οι δύο μεταξύ τους και τρίτος ακούγοντας και κρίνοντας πίσω από τοίχο ή πόρτα. Από ένα σημείο και μετά ο Μάνος μας αποκαλούσε αχάριστους, και είναι αυτή η λέξη που είχε μείνει βαθιά χαρακωμένη στο μυαλό μου, ιδίως τότε, γιατί εκείνος αισθανόταν πληγωμένος για διάφορους λόγους και πίσω από την επιθετικότητα που αισθανόμουν σαν απάντηση, ίσως να ένιωθα ότι φταίω κι εγώ. Έχω ψάξει και έχω βρει κάποιες φωτογραφίες από οικογενειακά άλμπουμ, και ότι βρήκα σε ψηφιακή μορφή – οι φωτογραφίες πάντα έχουν τον Μάνο χαμογελαστό, αλλά περνούσε πολλές φορές δύσκολα, και με μας, και μετά από εμάς.


Εγώ έφυγα από το σπίτι γύρω στο 2003, φοιτητής σε ΤΕΙ και έχοντας βρει δουλειά – μετά από λίγο έφυγε και η μητέρα μου και έκαναν τα χαρτιά για διαζύγιο. Εκείνη την περίοδο ο Μάνος είχε ξεκινήσει να έχει προβλήματα υγείας. Έκανε αφαίρεση προστάτη που είχε όγκο. Η εγχείριση, ενώ επιτυχής, του δημιούργησε ουλές και στένωση στην ουρήθρα, και τον ανάγκασε να κυκλοφορεί την υπόλοιπη ζωή του με καθετήρα. Πέρασε κάποια χρόνια προσπαθώντας μέσω άλλων εγχειρήσεων να διορθώσει την στένωση, αλλά μάταια, οπότε το πήρε απόφαση και ήταν με τον καθετήρα – είχε γίνει τόσο επιδέξιος με αυτό που δεν καταλάβαινες ότι το έχει. Ιδίως τα πρώτα χρόνια μετά την εγχείριση θα ήταν δύσκολα πολύ γι' αυτόν, γιατί συν τοις άλλοις τον αφήσαμε και εμείς. Είχαμε επαφή, αλλά λίγη. Μετά από κάποια χρόνια ξαναπροσεγγίσαμε ο ένας τον άλλον. Τον τελευταίο καιρό είχαμε σταθερή τηλεφωνική επικοινωνία, και συναντιόμασταν κατά μέσο όρο μια φορά τον μήνα που τον επισκεπτόμουν στην Πεύκη. Το σπίτι του, από τότε που χώρισε γινόταν όλο και πιο χαοτικό, καθώς μάζευε διάφορα μικρά πραγματάκια, ρολόγια, τηλεοράσεις, κασσετόφωνα – κάποια τα έφτιαχνε, κάποια τα παρατούσε. Ήταν από τα ενδιαφέροντά του – και το χρηματιστήριο που ασχολιόταν παλιά, και όλο και λιγότερο τελευταία.

Γενικά τα τελευταία τουλάχιστον 10 χρόνια είχε αλλάξει, ήταν λίγο πιο ήρεμος, και γενικώς με την μητέρα μου είχαν καλή σχέση, δεν μιλούσε με κακά λόγια ούτε κρατούσε κακία. Πάντα ρωτούσε τι κάνει, μιλάγανε στο τηλέφωνο σε καμία γιορτή. Από μένα αν τύχαινε να ζητήσει κάποια βοήθεια, το έλεγε πάντα πάρα πολύ ευγενικά, και ποτέ δεν πίεζε – αν με καλούσε σπίτι πάντα ήλπιζε ότι θα ερχόμουν αν μπορούσα και αν περνούσα κι εγώ καλά μαζί του. Ήταν ο μόνος λόγος να περνάω ακόμα από τα Βόρεια Προάστεια, από την Πεύκη και Μαρούσι στα οποία πέρασα την εφηβεία μου, και μου άρεσε και η βόλτα που πια σπάνια θα την κάνω. Ζούσε πολύ τίμια, νομίζω, και τα προβλήματα υγείας του τα αντιμετώπιζε κυρίως μόνος του. Δεν ξέραμε τι φάρμακα παίρνει. Αρκετές φορές τελευταία είχε αϋπνίες και έβλεπε μέχρι αργά την τηλεόραση, αλλά δεν δίναμε σημασία – συνέβαινε από παλιά.

Το βράδυ της Πέμπτης πήγε σε μια πολιτική συγκέντρωση, για την οποία είχε ετοιμάσει μια ομιλία. Μας μετέφεραν ότι είπε την πρώτη φράση της ομιλίας, στην συνέχεια ζήτησε συγγνώμη καθώς δεν αισθανόταν καλά. Προσπάθησε να πιει λίγο νερό και κατέρρευσε. Ήταν σαν λιποθυμικό επεισόδιο, έτρεξαν να τον βοηθήσουν, από το κινητό του άρχισαν να παίρνουν τηλέφωνο – δεν ξέρω αν είχε τις αισθήσεις του εκείνη την στιγμή. Μου είπαν ότι είχε. Δεν μας βρήκαν, ούτε εμένα, ούτε τα ανίψια του εκείνο το βράδυ. Βρήκα την κλήση από τον αριθμό του αργά το βράδυ και δεν έδωσα σημασία, καθώς θα μιλάγαμε την επόμενη μέρα, στα γενέθλιά του. Τελικά βρήκαν τον φίλο του, τον ρωτούσαν τι φάρμακο να του δώσουν – δεν ήξερε – δεν νομίζω κιόλας να σωζόταν η κατάσταση με κάποιο φάρμακο. Το ΕΚΑΒ δεν ξέρω αν τον βρήκε ήδη νεκρό – διαβάσαμε στην αναφορά ότι του κάνανε κάρπα αλλά δεν βοήθησε, και στο Σισμανόγλειο έφτασε ήδη νεκρός. Με βρήκαν το επόμενο πρωϊ, ψάχνοντας στην δουλειά μου, επειδή θυμόταν η Ματίνα, φίλη και συγγενής του, που δούλευα, ευτυχώς υπήρχε αυτό το στοιχείο. Παρεξηγήθηκαν λίγο νομίζω, καθώς στην είδηση, την οποία δεν μπορούσα να πιστέψω, είπα ασυνείδητα “πλάκα μου κάνετε;”. Το μόνο που με παρηγορεί είναι ότι πέθανε ανάμεσα σε κόσμο, σε φίλους, εκφραζόμενος κάτι. Πιστεύω ότι ήταν ο καλύτερος τρόπος, αν ήταν να φύγει, να φύγει έτσι. Ελπίζω να μην ένιωθε απογοήτευση εκείνη την στιγμή.

Η κηδεία του Μάνου έγινε την Τετάρτη, 11/12/2019, στο Νεκροταφείο Ζωγράφου.


Μάνο, αντίο.

μεταφράσεις δύο τραγουδιών του Κύκλωπα

Ακολουθούν δυο μεταφράσεις ρωσόφωνων τραγουδιών που άκουσα στον Κύκλωπα και θα ήθελα να μπορούσα να τα μεταφράσω επί τόπου, μα δεν μπορούσα.

Το πρώτο είναι του Yuriy Morozov - Rock for Marina του Γρηγόρη (υπάρχει και με άλλους στίχους/ άλλη εκτέλεση με όνομα "Κρετίν" - αυτό, καταλαβαίνω ότι είναι από τις πρώτες εκτελέσεις, από τα 60'ς - δυσκολευόμουν λίγο να καταλάβω τι λέει ακριβώς σε σημεία, αλλά ευτυχώς βρήκα τους στίχους εδώ)

 


έχω πάθει σοκ, η καρδιά μου παγώνει
δικό μου ρόκ - για την Μαρίνα
εκείνη είναι τόσο όμορφη
που σχεδόν φοβάμαι

μάντεψε, πόσο χρόνο είναι δυνατόν
να παίζει κανείς μαζί μου το παιχνίδι της προσεκτικότητας;
μαζί μου - ενώ με άλλους καθόλου αθώα

αγόρασα ενα Κόλτ εξάκαννο
μαζί με αυτό νιώθω πιο άνετα και ανάλαφρα
καθώς η αλήθεια είναι πως
είμαστε συνεχώς σε μονομαχία

Και εδώ ένα άλλο παλιό τραγούδι από τις απαρχές του σοβιετικού ροκ, του ξακουστού Αλεξάντρ Γκράντσκιϊ. Μαθαίνω ότι οι στίχοι βασίζονται σε ποίημα του Σαίξπιρ, σε μετάφραση γνωστού σοβιετικού ποιητή Σαμουήλ Μαρσάκ (θεέ μου νομίζω δεν θυμόμουν ποτέ το μικρό του - τον κάναμε στο σχολείο εκατό χιλιάδες φορές - έγραψε πολλά ποιήματα για παιδιά νομίζω) - τους στίχους αυτούς τους βρήκα εδώ

 

Aleksandr Gradskij - Τραγούδι του γελωτοποιού (στίχοι του Σαιξπιρ)

Κάνε γρήγορα, θανατέ μου, κάνε γρήγορα 
Κουράστηκα από τις ερωτικές απογοητεύσεις 
Πάψε να αναπνέεις, στέρνο μου, πάψε 
Έχω χτυπηθεί θανάσιμα από μια άσπλαχνη σύντροφο 
...
αλλά ας μην μεταφράζω άλλο - ούτε η δικιά μου μετάφραση είναι ακριβής, αλλά ούτε βρίσκω ακριβής, πλην πιστή στο πνεύμα, και ευάκουστη, την μετάφραση του Μαρσάκ - οπότε παραθέτω το αγγλικό κείμενο που έκλεψα από εδώ:

Song: “Come away, come away, death” \
By William Shakespeare (from Twelfth Night)

Come away, come away, death, 
And in sad cypress let me be laid.
Fly away, fly away, breath;
I am slain by a fair cruel maid.

My shroud of white, stuck all with yew,
O, prepare it!
My part of death, no one so true
Did share it.

Not a flower, not a flower sweet,
On my black coffin let there be strown.
Not a friend, not a friend greet
My poor corpse, where my bones shall be thrown.

A thousand thousand sighs to save,
Lay me,
O, where sad true lover never find my grave,
To weep there!

καμηλοπάρδαλη

σήμερα στον ύπνο μου είδα να αγοράζω τρία (3) τζάκετ από μαλλί καμίλας, ή τουλάχιστον έτσι μου τα περιέγραψε η σεβαστή πωλίτρια, σε ενα μικρό μαγαζάκι σε απροσδιόριστη τοποθεσία. είχα κάτσει (όρθιος) και τα είχα εξετάσει και μου είχε αρέσει το ένα και αποφάσισα να πάρω τρία για να υπάρχουν. είχαν χρώμα μπεζ και δεν έμοιαζαν με οτιδήποτε καμηλίσιο, πιο πολύ με κάτι προβατένιο. α και καγκουρένιο επίσης (απ' αυτά με ενομένο συνεχή ψηλό γιακά και φερμουάρ). (και τσέπες, θα έπρεπε να υπήρχαν και τσέπες). κάπου ανάμεσα στα λόγια την ξαναρώτησα μήπως ήταν απο μαλλί καμηλοπάρδαλης. (λεοπάρδαλη να είναι άραγες και αυτή τίποτε άλλο από ενα παρδαλό λεοντάρι; χαζό απερίσκεπτο να φοράει αστραφτερά ρούχα). η πωλήτρια νομίζω έγνεψε και μου επιβεβαίωσε ότι είναι από αυτό που λέω. τα πήρα επειδή μου άρεσαν αλλά και επειδή ήθελα να βοηθήσω στο μαγαζί. να το στηρήξω. εκτός απο αυτό όμως έκανα και μια σημαντική σημφωνία - αφού πήγα να πάρω τρία - της είπα να τα πάρω και να τα πληρώσω στην αρχή του μήνα που μας έρχεται γιατί θυμόμουν ότι ήδη έχω ξοδέψει το μισό του μηνιάτικου και δεν ξέρω τι άλλα έξοδα θα έχω μέχρι το τέλος του μήνα. σιγά σιγά οι παρορμήσεις και οι αγορές καμηλοπάρδαλων ειδών αναψυχής.

επίσης είδα μια περιπέτεια νομίζω με εναν κινέζο πράκτορα που φορούσε μαύρα γυαλιά, αλλά δεν την θυμάμαι καθόλου για να σας την περιγράψω. πρέπει να αλλάξω κάρτα μνήμης.

couple pieces upload

in this here simplistic form i would like to present you with.. my first foray into the bandcamp world, or, rather, that bandcamp distribution system. i don't clearly see how its policy of encouraging the actual buying helps anyone but itself - but i guess i understand that it has to be sustainable as a company and as a hosting service for audio files. in practical terms, i know that it all boils down to the fact that it's a win-win situation, when somebody buys your stuff through bandcamp. everybody gains. while when it's a free download, the bandcamp clearly loses. there have to be things that the artist loses too this way - otherwise everything would be free. and we don't want this, do we? in the state we're in.

so i've been thinking - with the way soundcloud goes, (and i got rather bored of it anyway - maybe, in a way, i participated in its decline, because during the last years, i have been just uploading, without listening to the tracks of others that i followed - did i become more self-absorbed and ego-centric?) - let's try this new bright thing. the truth is that i've been a bandcamp user for a couple of years, and i have never bought anything digital-musical apart from there. it's a nice way of getting what you want - in some cases i even was kind of disappointed that some albums i sought for were not on bandcamp.

so i took my two most recent tracks i had uploaded on soundcloud, reworked the main vocal track to my.. ahem.. better satisfaction, and uploaded them to bandcamp as a kind of a single (this side, flip side). i even made a front cover of sorts. but then, after the front cover reminded me of something else, and after i discovered that i did harbour certain feelings of possible success, while listening and relistening the tracks again and again and discovering that they were awfully sub-par.

i decided to... state that the only way i would be able to forgive myself for publishing those tracks, and showing to the world that I made them, would be to explain the following little bit. i make those tracks not to entertain. i am not an entertainer, not a trend-setter, neither a dissipator of ideas. this is not my profession and will never be. (never say never, who did say that? oh, was it romeo void?) they are a kind of run of the mill bedroom music lots of people do in their bedrooms to express themselves. yes, i do this just to express myself. to express, - meaning - to communicate my feelings, in variously apparent or non-apparent ways. my publishing these tracks is almost like showing you a photograph of me - giving you my family album, and watching your reactions. it's a strange need to give a part of myself to somebody.

now, that doesn't mean that my belief is this is what art is, and that i shouldn't have worked more on these musical ideas. it is just i never felt confident enough to ask somebody to participate and give any number of opinions. i am kind of embarassed to do this in the first place, fearing a negative reaction, or an awkward silence.

it is just that i feel that sometimes it does me good, to do various stuff with music. i have always done it just because. just because i felt like it. no matter how bad it might have sounded. this is my apology. well - and that's that.


bangles

it is enough to see these two videoclips (the last one is one of my all-time mega favourites) of a well-known American all-girl band The Bangles - to understand the striking change in the overall projected image of the band. i mean at first you see no attention to beautification, the "we are what we are" attitude, and staunch feminist-like approach, and later you see the total opposite. swinging hips, mini skirts, femme fatale image, the dinosaurs of rock show mistresses - i don't know if this actually happened because those women aged, or if the music industry gave them a helping hand and showed them the right direction to get loads of money. or, well - did the times simply change - it was more fashionable to be anti-something and explosive - in the start of the 80's when the punk boom has not yet subsided totally? i don't really know. and susanna hoffs singing style transforming to that doll-like sweet rasp we all melted to listening to "eternal flame" - someone really knew what this side of male/female public would melt to (or is it just me? - am i beaing sexist? nowadays it becomes more and more difficult to sort that out, especially trying to explain it to somebody else). anyway. just a couple of thoughts. see ya.



it is almost hard to believe it's the same susanne hoffs as here (oh what a piece of music... i am crawling with nostalgia worms all over.. sorry..)



wehll and this here is my bombastic all-time fav. black clad stunning rock divas galore!  (oh and they sing something about being with me! oh i AM melting all over)



[meh editing] ah well and, by the way, see what they had up their sleeve, before they did anything that put them right on the spotlight.. (i am pretty sure this videoclip is some kind of a mix of other clips - i am not even sure if the bangles are depicted on it at all - but the song is bangles allright)