προσοχή όλα τα κείμενα αυτού του μπλογκ, ειδικά όσα είναι γραμμένα στην γλώσσα Ελληνική, είναι ακραία ανορθόγραφα, οπότε προχωράτε προσεκτικά ή προσπεράστε ελεύθερα.

αρκούδα αράχνη ζάρια παραπληροφόρηση στα πυρά!

η αγαπημένη μου μπλούζα είναι μάλλον αυτή με τα ζάρια.
είναι κίτρινη και μου είναι σχετικά μικρή. όχι στους όμους, αλλά στο μήκος.
όταν κάθομαι και καμπουριάζω, φαίνεται λίγο το πίσω μέρος της μέσης μου. γι'αυτό πάντα την ψιλοελέγχω. μου την είχε αγοράσει κάποτε η μητέρα μου, και απο τότε απο κάτι πλυσίματα μπήκε.
τα ζάρια είναι ζωγραφισμένα στο μπροστινό της μέρος. δεν έχω μετρήσει ποτέ τους αριθμούς που δείχνουν. μου αρέσει η ιδέα των ζαριών και του παιχνιδιού - για την ακρίβεια μου αρέσει το γεγονός ότι σαν ιδέα δεν με εκφράζει καθόλου ώστε να την φοράω κιόλας στην μπλούζα μου. μου αρέσει που δεν ταιριάζει καθόλου στον τρόπο που σκέφτομαι και όμως είναι πάνω σε μπλούζα που φοράω. ίσως όμως με εκφράζει και με χαρακτηρίζει με τρόπους που δεν είναι συμβατοί με την λέξη "σκέφτομαι". λέω ίσως.

σημερα έστειλα ενα μηνυμα στην ραδιοφωνική εκπομπή που ακούω τα πρωϊνά, γιατί διάβασα κάπου ότι είναι παγκόσμια μέρα ύπνου σήμερα, και παράλληλα στο ραδιόφωνο είπανε για παγκόσμια μέρα ποίησης, και επίσης είναι και παγκόσμια μέρα κουκλοθεάτρου, και ας τα να πάνε και τρέχα γύρευε. και το είπανε και στον αέρα και ανέφεραν και το όνομά μου και εντάξει όπως αναμενόταν ντράπηκα πάρα πολύ - και πιο πάρα ακόμα όταν διασταύρωσα ότι η παγκόσμια μέρα ύπνου πάει με την σελίνη - κάτι τέτοιο, και μεταβάλλεται κάθε χρόνο, οπότε φέτος δεν είναι σήμερα, ήταν προ 4 ημερών. οπότε ντράπηκα πάρα πολύ που υπήρξα υπαίτιος διασποράς ψευδών ειδήσεων - ούτε σε ειδώλιο κατηγορουμένου να με έβαζες. μετά καθ'όλη την διαδρομή με το μετρό αισθανόμουν σαν στο τρουμαν σόου όπου όλοι ξέρουν την ζωή μου και με βλέπουν με ενα γνώριμο μάτι. άλλοι με κατηγορούν και άλλοι συμπάσχουν. δυο γυναίκες στο τρένο μου είπαν κάτι, βγάζω τα ακουστικά, μου δείχνουν το χέρι μου και με ρωτάνε με συμπάθεια - απο γάτα είναι; κάτι φρέσκιες γρατζουνιές, και ντράπηκα, απάντησα βέβαια, κάτι του στυλ, τι να κάνουμε, χαμογελόντας, και κρύβοντας το χέρι μου. στην υπόλοιπη διαδρομή εξακολουθούσε να με κυνηγά η εντύπωση ότι μερικοί από τους γύρω ανθρώπους με ξέρουν, και με κοιταζουν με ενδιαφέρον. ίσως να ισχύει αυτός ο περίεργος καθρεπτισμός όπου όταν αισθάνεσαι κάτι, οι άλλοι άνθρωποι καθρεπτίζουν το τι αισθάνεσαι - ή είναι η εντύπωσή σου (που εν τέλει δημιουργούν το ίδιο αποτέλεσμα).
θα γίνω άραγε κάποια στιγμή διάσημος; το θέλει ο οργανισμός μου, φαίνεται.

σημερα στον ύπνο μου είδα ότι φορουσα το σταυρουδάκι μου και είχε βγεί απ'έξω απο την μπλούζα - ενα "ατύχημα" που πάθαινα συχνά όταν το φορούσα. και στο ξύπνιο, όταν έκανα μπάνιο και φόρεσα το φρεσκοπλυμμένο μου (στενό) τζην, μετα απο 2 διαδρομές απο το δωμάτιο στο μπάνιο και πίσω έπεσε το μάτι μου σε κάτι μαύρο και μεγάλο πάνω στο παντελόνι, στο ύψος του μηρού. δηλαδή όσο μεγάλο είναι το ένα δίεύρο περίπου, άντε μεταξύ του ενός ευρώ και διεύρου. και δεν έπεφτε - στην αρχή νόμιζα πως είναι ενα κομμάτι ύφασμα που κόλλησε πάνω στο πόδι. μετά το είδα να κουνιέται και άρχισαν οι τρίχες μου να ανασηκώνονται. το ξετίναξα απο πάνω μου με τα δυο μεγάλα δάχτυλα του δεξιού χεριού. μετά, κοιτάζοντάς το να κάθεται μισοδιαλυμένο στην γωνία, έκανα ώρα για να μαζέψω τις σκέψεις μου. δεν ήθελα να δω καν τι ακριβώς είναι. καθώς ήταν στο πόδι μου είχα την εντύπωση πως είναι μια χνουδωτή αράχνη. μετά, όταν ήταν στο πάτωμα, έκανε ήχους μίγας που κάνει βζητ-βζητ με τα φτερά της. μάλλον ήταν ακόμα αποκοιμισμένο απο την χειμέρια νάρκη. μάλλον κρύφτηκε στις πτυχές του παντελονιού, όταν κρεμόταν αυτό έξω και στέγνωνε. μάλλον ήταν κάτι σαν μισός μπάμπουρας μισό σκαθάρι. το αξιοθαύμαστο όμως της υπόθεσης, και αυτό που με έκανε να νιώθω πολύ περίεργα και τρομαγμένα, ήταν ότι δεν είχε απολύτως τίποτα πάνω του που δεν ήταν άλλο χρώμα απο το μαύρο. ήταν ολόμαυρο. δεν έχω δει τίποτα άλλο τόσο μαύρο όσο ήταν αυτό το ζώο. μετά απο λίγη σκέψη το σκώτωσα με χαρτί και το συνέθλιψα, νιώθωντας ενα συναίσθημα-συνδιασμό συχαμάρας και ενοχής (είχε σκληρά μέρη - μάλλον προς σκαθάρι)
εννοείται πως δεν είδα ποτέ τι ακριβώς ήτανε.

ό-νιρα.

σημερα είδα τους πάντες. είδα την γιαγιά μου την συγχορεμένη που εμφανίστηκε στο δρόμο έξω απο το παράθυρο, στο εισόγειο που ζούσαμε στην ρωσία πριν φύγουμε - εμείς είμασταν μέσα στο σπίτι και την βλέπαμε έξω απο το λίγο θολό παράθυρο με κάγκελα που είχε βάλει η μητέρα μου για λόγους προστασίας - φορούσε μαντίλι και είχε μονίμως απασχολημένη έκφραση στο πρόσωπο - ίσως και λίγο στεναχορεμένη - αλλά τα πάθαινε αυτά η γιαγιά - στεναχοριόταν και αγχονόταν για πολλά και της έλεγα να μην ανησυχεί και ότι όλα είναι εντάξει (νεμπεσπακόϊσια). αυτά στην ζωή - στο όνειρο δεν θυμάμαι να μιλήσαμε - νομίζω ωστόσο ότι ή την φίλησα ή πήγα να την φιλήσω στο μάγουλο γιατί την αγαπάω πολύ.

είδα επίσης σε άλλη φάση το σπίτι μας το άλλο όπου ζούσαμε πριν μετακομίσουμε σε εκείνο το εισόγειο παραπάνω. εκείνο το σπίτι ήταν μια γκαρσονιέρα ας πούμε ευρήχωρη στον 8ο όροφο μιας πολυκατοικίας. από το παράθυρό μας εκεί βλέπαμε την εγκατάσταση δίπλα στο ποτάμι όπου άλεθαν και αποθήκευαν σιτάρι. μια φορά μου είχαν κάνει οι γωνείς μου δώρο ενα τηλεσκόπιο το οποίο το συναρμολογούσες νομίζω. αλλά αντί για αστέρια σε αυτό το τηλεσκόπιο μελετούσα τον μύλο. κοίταγα τις τεράστιες γκρίζες δεξαμενές που έμοιαζαν με διαστημόπλοιο. μερικές φορές έβλεπα και κανέναν άνθρωπο εκεί πάνω να κάνει ίσως συντήρηση. μετά κάποια στιγμή μου έπεσε κάτω το τηλεσκόπιο και δεν μπορούσα να το ξαναφτιάξω.

είδα λοιπόν αυτό το σπίτι - για την ακρίβεια, είδα ότι πήγα ταξίδι στην ρωσία, και ήταν χειμόνας - αλλά στην συνείδησή μου ήταν πάρα πολύ εύκολο το να πάω εκεί - μάλιστα, νομίζω πως πήγα με λεοφορείο - σαν εκδρομή. το πρώτο πράγμα που έκανα όταν έφτασα εκεί ήταν να πάω σε εκείνο το σπίτι - μάλιστα μέσα μου σκέφθηκα σαν παρατήρηση - ότι πήγα εκεί ασυνείδητα, σαν να ήταν πάντα εκεί το σπίτι μου. (την ίδια πολυκατοικία την έχω δει σε άλλες υποστάσεις σε άλλα όνειρα - όπως π.χ. σε μια κατάσταση μισογκρεμισμένη, όπου έλειπαν κομμάτια απο σκάλες και διαδρόμους, μερικές φορές δεν λειτουργούσε το ασανσέρ (συνέβαινε και στην πραγματικότητα) και ο δρόμος προς τα πάνω ήταν απίστευτα δύσκολος)

το διαμέρισμα το είχαν αλλάξει - το είχαν ανακαινήσει - μάλιστα έβλεπα - σαν να βλέπω σε πρόγραμμα υπολογιστή - την κάτοψη του διαμερίσματος, και του διπλανού επίσης όπου μένουν ακόμα οι οικογενειακοί μας επίστηθοι φίλοι, μια οικογένεια τότε με δυο παιδιά που είναι και τώρα σαν αδέρφια μου. το πρόγραμμα είχε πολύ πλάκα γιατί σε πήγαινε σε 3D απεικόνιση απο όλα τα δωμάτια, αλλά ήταν όλα μοντελοποιημένα, με άσχημο rendering, και με κάποιον συζητούσαμε στο όνειρο πως προτιμάμε τις κανονικές φωτογραφίες για απεικόνιση εσωτερικών χώρων. τελος πάντων και εκείνο το διαμέρισμα πουλιόταν και να εκεί ήταν και η μητέρα μου και σκεφτόταν να το αγοράσει, και με ρωτάει αν θέλω να το αγοράσουμε, και είπα μα φυσικά ναι, το ρωτάς; είναι το σπίτι όπου μεγάλωσα. βέβαια ήταν όλο αλλαγμένο, αλλά τι σημασία έχει. σχεδόν συγκινήθηκα απο χαρά σκεπτόμενος πως θα το αγοράζαμε.

είδα και την δήμητρα, αλλά δεν θυμάμαι τι λέγαμε. έτσι και αλλιώς δεν τα πάω και πολύ καλά με τις γυναίκες καρκίνους.

mood of the day

μια αυτοσχέδια μετάφραση πολύ αγαπημένου κομματιού - δεν πρωτοτυπώ. είναι ενός κάλτ ρώσικου ροκ συγκροτήματος που το τελευταίο τους άλμπουμ (το δικό τους "μαύρο άλμπουμ") το έβγαλαν αφού διαλύθηκαν, λόγω του τραγικού θανάτου του τραγουδιστή και μνημειώδους ηγέτη τους Βίκτορ Τσόϊ σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Επαναλαμβάνομαι, αλλά αν στις δυτικές κοινωνίες στις δεκαετίες 80-90 - κυρίως '90, όταν η επίδραση των παρακάτω συγκροτημάτων εδραιώθηκε, έβλεπες στους τοίχους γραμμένα τα "the smiths" και "ramones" (και ενίοτε panx romana), στην ρωσία, εκτός από την περιβόητη λέξη με τρία γράμματα, έβλεπες το "Τσόϊ Ζει" - ήταν ενας τύπος αινηγματικός που πέθανε πριν ανακαλύψουμε το αίνηγμά του, ή ίσως μπορεί και να μην ήταν αίνιγμα καθόλου - συνδίαζε βαθιά μελαγχολία με πολύ δύναμη, γενναιότητα. είχε παίξει και σε μια καλτ ταινία, το Ιγκλά που σημαίνει Βελώνα - και είναι για παράνομη διακίνηση ναρκοτικών ουσιών και εγκληματικότητα στην εποχή της Περεστρόϊκα - έπαιζε εναν ήρωα που όλοι εμείς που την βλέπαμε την ταινία μάλλον τους ταυτίζαμε - δηλαδή τον Τσόϊ στην πραγματικότητα τον φαντάζομαι όπως ήταν στην ταινία.


Το ούρλιασμα των λύκων και γαύγισμα των σκύλων
Δυνατά ως πόνο σφυγμένη γροθιά
Αίμα χτυπάει στις φλέβες σαν πουλί
Πίστη, ελπίδα, αγάπη αυτή
Θα σηκωθούν χίλια χέρια
Και η σημαία μας ψιλά
Γαλάζιος ουρανός και ηλίου μορφή
Όλα στις θέσεις τους, μα κάτι μου φταίει.

Πάνω μας στον ουρανό φέγγει το Αστέρι
Δεν υπάρχει άλλος κανείς να μας βοηθήσει
Σε μια νύχτα πολύ πολύ σκοτεινή

Νύχτα ήρθε, και μαζί της η καταιγίδα,
Λυπημένη βροχή, και ο πλακατζής ο άνεμος
Χέρια στις τσέπες, μάτια κάτω,
και την γλώσσα στο στώμα.
Ωχ, με τρώει μια μελαγχολία,
Η πιστή μου φίλη -
πίνε και διασκέδαζε, τραγούδα και χόρεψε,
είμαι μαζί σου ακόμα.

Πάνω μας στον ουρανό φέγγει το Αστέρι
Δεν υπάρχει κανείς άλλος να μας βοηθήσει
Σε μια σκοτεινή, σκοτεινή νύχτα.

κάτι σαν όνειρο

οταν σε πλησιαζει ενας αγνωστος τυπος στην μεση του πουθενα (σχετικως και δεδομενου των περιστασεων) στα πετραλωνα και σε ρωταει πως να παει προς το παγκρατι στις 12 ωρα το βραδυ τι του λες; οταν ακολουθει την συμβουλη σου να παει μηπως προλαβει ησαπ ως το μοναστηρακι ή ομονοια και σε ακολουθει επισης και τον ρωτας ρε φιλε πως βρεθηκες εδω και σου λεει ε περπατουσα και βρεθηκα και τον ρωτας τι εχει πιει αλλα επειδη τον συμπαθεις συνεχιζεις να του μιλας (καθως στριβει μαζι σου οχι προς τα κει που ειναι ο σταθμος)... και καθως σου λεει ρε φιλε βοηθα μου βγαλε με σε ενα κεντρικο δρομο καπου και του λες να σου σταματησω ενα ταξι και να του δωσω καποια χρηματα να σε παει οσο πανε αυτα (φαουλ..) και σου λεει οχι ειπαμε απλως βγαλε με καπου. και τον βγαζεις στην πλατεια του θυσειου, αφου πριν ειχατε περπατησει μιλησει σε ειχε ρωτησει μηπως εχεις κανενα τσιγαρο απ τα αλλα (ειχε δικια του μπυρα που μου ζητουσε να την κρατησω καμποσες φορες καθως το τσιγαρο με τον αερα δεν αναβε) - καθως τον περιμενες να κατουρησει σε κατι θαμνους σε καταλληλο μερος. καθως εχετε ανταλλαξει πληροφοριες για ηλικια και για επαγελματικη δραστηριοτητα. οσο αυτος δεν φορουσε τιποτα μια βλακεια και τον λυποσουν - βολιωτης γαρ - με αδεια απο ελδυκ (χμμμμ) - οταν τον αφηνεις στο θυσειο επιτελους και ξερει να παει απο 'κει - οταν τον ρωτας το ονομα του κ σου λεει αρης - τον πιστευεις; ξεκιναει απο αλφα οπως και το δικο σου και εχει πανσελινο και ... τα σκεφτεσαι καθως γυριζεις πισω, προσεχοντας διακριτικα μηπως σε ακολουθουν, ελεγχοντας αν το κατσαβιδι που εχεις αφησει κατα τυχη στην κωλοτσεπη ειναι ακομα εκει. οτι να' ναι. ακαθοριστα αβλαβης στο σπιτι συλλογιζομεθα. πλαισιονοντας την αφηγηση με ενα σχετικο ασχετο αγαπημενο μουσικο κομματι του παζλ. depeche mode - get the balance right (το ίδιο το δημοσίευσα και στο φμπ, κατά λάθος, ευτυχώς δεν το διάβασαν πολλοί)

до самого неба

θυμάμαι πως κάποτε είχα δει ενα όνειρο το οποίο έχω την εντύπωση πως αναφερόταν στην ηλικία όπου θα ήμουν μεγάλος (παππούς) - το μόνο που συγκράτησα ώστε να μπορώ να το αναφέρω, είναι πως ήταν ενα κεκλειμένο επίπεδο, με δέντρα, όπως ενα πάρκο, μέσα σε μια πόλη - υπήρχε μια αίσθηση εκλεπτισμένου - σαν να ήταν εποχή 1920-30, και περπατούσαν πολλοί άνθρωποι στο πάρκο αυτό, μαζί τους και εγώ, και νομίζω πως σαν να ψάχναμε κάτι. πλέον αυτό το όνειρο το έχω ντύσει με τον μανδύα όχι πολύ διαφορετικό απο την αίσθηση που είχα διαβάζοντας το "a hard boiled egg or the end of the universe" του haruki murakami. χθες υπήρχε ενας κύριος στην είσοδο που καθόταν και διάβαζε παραδειγματικά ένα βιβλιο, το κρατούσε με εναν τρόπο που όπως τον πλησίαζες, νόμιζες πως αντί για κεφάλι έχει το βιβλιο, και το βιβλιο, ω θαύμα, έγραφε στο εξώφυλλο : "αναζητώντας τον χαμένο χρόνο" ενα βιβλιο με τόσο θαυμάσιο τίτλο, που ούτε να το ξεκινήσω δεν μπορούσα καλά καλά. νομίζω πολλοί άνθρωποι θα μπορούσαμε να γράψουμε απο ενα δικο μας βιβλίο με παρόμοιο τίτλο (διαφορετικό όμως περιεχόμενο, χα!)
...
νομίζω πολλοί άνθρωποι μπορούμε να διηγηθούμε ο ενας στον άλλον ιστορίες για το πως προσπαθήσαμε, μα δεν μπορέσαμε να διαβάσουμε τον Προύστ, τον Τζόις, τον Τολστόϊ και άλλους πολλούς. προσπαθώ με τα γράμματα ετούτα εδώ που εμφανίζονται καθώς γράφω σχεδόν (μα όχι σχεδόν!) απερίσκεπτα να υποκαταστήσω την μέθη και το ξέγνοιασμα. όπως στα πολλά μπλοκάκια που έχω κρατήσει σε αυτά τα ντουλάπια, που μια φορά κάθε δέκα χρόνια πασχίζουμε να τα καθαρίσουμε απο την σαβούρα - μα δεν έχουμε όλοι το ίδιο κριτήριο - καλύτερα να έχουμε όλοι ξεχωριστά μέρη που μαζεύει ο ένας και ο άλλος δικά του πράγματα, και να τα καθαρίζουμε μόνοι μας, εκτός απο τις φορές που δεν είμαστε πια εδώ, και κάποιος αναγκαστικά επιβάλλει δικό του κριτήριο καθώς το κριτήριο το ορίτζιναλ πια πετά, και κάτω δεν κοιτά, πέρα απο συμπόνοια.










η γιαγια μου ήξερε πως θα πέθαινε, την σκεφτόμουν ξανά σήμερα, καθως καθόμουν σε αυτό το άδειο (που το σιγά σιγά αυτογεμίζω πιά) σπίτι, και δομάτιο, εδώ που πέρασε κοντά σε δύο χρόνια, βασανισμένα μάλλον, κατά τα φαινόμενα, μέσα στην ανία της και τις αναλαμπές όταν μας αναγνώριζε. την τελευταία φορά που μιλήσαμε και με καταλάβαινε με ρώτησε αν ήρθε καιρός να φύγει - την ρώτησα που - μου έδειξε προς τα πάνω, με τα μάτια - της είπα άγαρμπα και αμήχανα πως ότι πρέπει να γίνει θα γίνει και ότι όλα θα πάνε καλά και να μην φοβάται. τις τελευταίες μέρες πριν τον θάνατό της, όταν ερχόμουν, δεν μου μίλαγε, δεν με κοιτούσε καν - το σκέφτομαι τώρα και ίσως φαντάζομαι πως εκείνες τις μέρες προσπαθούσε να αποξενωθεί όσο είναι δυνατόν, απο τον κόσμο αυτό, απο τους αγαπημένους της ανθρώπους που την κρατούσαν στην ζωή - καθώς μόνο αυτοί είχαν απομείνει, και πλέον δεν είχε νόημα να ζει ούτε γι'αυτούς.

θυμαμαι οταν ήμουν μικρός και κοιμόμουν στο σπίτι της γιαγιάς μια φορά κοιμηθήκαμε στο ίδιο κρεβάτι και ήθελα να δοκιμάσω εκείνη την μέρα κάτι που είχε πάρει το αυτί μου κάπου στην τηλεοραση, ότι αν βάλεις κάτι απο το μαξιλάρι μια πετσέτα, και σκεφθείς κάτι που θέλεις να δεις στο όνειρό σου, θα το δεις. νομίζω φυσικά πως δεν είδα τίποτα στο όνειρό μου - δεν ξέρω καν τι ευχήθηκα να δω (γιατί να ευχηθείς κάτι να δεις σε όνειρο, αφου έτσι και αλλιώς δεν είναι πραγματικότητα;) - δεν είδα τιποτα, το πρωί όμως θα με ξυπνησε η γιαγιά μου και θα μου έδωσε πρωϊνό και θα με περιέβαλε με εκείνη την αναμφισβήτιτη σιγουριά και ασφάλεια που μας δίνουν οι μεγάλοι γύρω μας, όταν είμαστε μικροί.

κάπως γλυκά και αστεία θα ήθελα να το λήξω αυτό το ποστ, αλλά δεν μου έρχεται κάτι :) ας μείνει ανολοκλήρωτο λοιπόν.